επεισκυκλώ

ἐπεισκυκλῶ, -έω (Α)
1. στοιβάζω το ένα πάνω στο άλλο, συσσωρεύω («ὧν ἀμελήσαντες οἱ πολλοὶ τὰ μηδέν προσήκοντα ἐπεισκυκλοῡσι», Λουκιαν.)
2. παθ. ἐπεισκυκλοῡμαι. εισάγομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + εισκυκλώ «εισφέρω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπεισκυκλῶ — ἐπεισκυκλέω roll pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐπεισκυκλέω roll pres ind act 1st sg (attic epic doric) ἐπεισκυκλέω roll pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐπεισκυκλέω roll pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεπεισκυκλώ — έω, ΜΑ στοιβάζω, συσσωρεύω επί πλέον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐπεισκυκλῶ «στοιβάζω, συσσωρεύω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.